Skip to main content

Σχεδόν πια ναυτικός

Η εικαστική σύνθεση εξωφύλλου είναι βασισμένη σε έργο της ζωγράφου Ντόρας Αντωνιάδου

Ελληνικά Γράμματα / 2001

Ποιήματα από τη συλλογή

 

Θαλασσογραφία

Χρώματα φθινοπώρου
το κουπί μόνο στην ακρογιαλιά
η βάρκα μοναχή.
Γιατί πατέρα
δεν μπορώ να ξεχωρίσω
το μπλε
ουρανού και θάλασσας;

Μήνας φωτός 

Οι άντρες στο καφενείο. Όπως πάντα. Η μέρα έπεσε μαζί με τον ήλιο. Νέα δεν υπάρχουν. Εφημερίδες δεν έρχονται και ποιος να τις διαβάσει δηλαδή; Όλοι γύρω από το νέο κουτί. Έχει και χρώματα, έχει και τηλεκοντρόλ… Ο άγνωστος που μπαίνει αλλάζει τον αέρα. Κρύο, του αέρα ή των λόγων – για λίγο. Τον ρώτησαν, τους ρώτησε. Τον κέρασαν. Του είπαν πολλά. Σαν να τον ήξεραν χρόνια. Λίγο αργότερα αγόρασαν…

– Να ΄ναι καλά ο άνθρωπος…

Ο κυρ Κώστας καιρός τώρα δεν έβλεπε. Ξαφνικά βρήκε το φως του. Δοκίμασε καμιά ντουζίνα γυαλιά. Τα πιο καλά διάλεξε, τα πιο ακριβά.

– Να ΄ναι καλά ο άνθρωπος…

Πέρασε κιόλας ένας μήνας. Μήνας φωτός, είπε ο κυρ Κώστας. Έως ότου έμαθε πως φορούσε γυαλιά πεθαμένου. Γυαλιά από νεκροτομείο. Φως νεκρού, φως κλεμμένο. Τα ΄σπασε μεμιάς. Τα κομμάτια τους γέμισαν το καφενείο. Στο ίδιο σημείο που τα αγόρασε, παρουσία όλων. Εβδομήντα χρόνια τώρα, ζωή μαύρη, άφωτη.

Δημοσιεύματα + αναφορές

Η συλλογή «Σχεδόν πια ναυτικός» χωρισμένη σε δυο ενότητες «Ιεροφάντες» και «Το παγωμένο φεγγάρι» κάνει ορατό το αόρατο και αισθητό το νοούμενο προβάλλοντας την ομορφιά των πραγμάτων. Ο ποιητής ως «ιεροφάντης» μας μυεί σε μυστήρια «γόνιμων τοπίων».
Στο τρίτο μέρος της, που συνιστά κατ’ ουσία μια παραλλαγή με τίτλο «Ετερόκλητα» περιλαμβάνει δύο μικρά πεζά: «Στο καζίνο» και «Μήνας φωτός».
Μια διαδρομή με ή χωρίς «μάρτυρες και μαρτυρίες» σε μια θάλασσα αδηφάγα, απρόσμενη κι ελπιδοφόρα. Η ποίηση του Νίκου Τομαρά προσφέρει ένα αίσθημα λησμονημένο αδρής αθωότητας, καθώς προσθέτει στο απέραντο τοπίο της νεοελληνικής ποίησης την προσωπική ματιά ενός ανθρώπου που χτίζει εικόνα την εικόνα τον λόγο του. Αγγίζει έτσι κι όσους δεν έχουν εξοικειωθεί με το απόκρυφο της ποιητικής δημιουργίας: «Τα πιο καλά που ζήσαμε / στα πιο απλά».
Στην ποίησή του ο έρωτας είναι κυρίαρχος αλλά φυγόκεντρος. Εμπλέκεται με την αναζήτηση του άλλου, παρατηρεί τους γύρω και αφηγείται μικρές απόπειρες ζωής: «Ταξίδι με κατεβασμένα πανιά / πιο μακριά να μην υπάρχει / πιο κοντά να μη γίνεται» αφού ταυτόχρονα μοιράζεται μαζί μας το αίσθημα ότι « το καλοκαίρι πλησιάζει, η φωτιά μέσα μας».

Εφημ. Αγγελιαφόρος 27/4/2002

Περιοδικό ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ, τεύχ. 63, Αύγ.- Οκτ. 2002

Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (Βιβλιοθήκη), 3/5/2002

Εφημερίδα ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ, 27/4/2002

Περιοδικό Εντός, Χειμώνας 2001-2002

Εφημερίδα ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ, 24/12/2001